τόξο ή αψίδα


τόξο ή αψίδα
Kαμπυλόγραμμη κατασκευή, γνωστή από την αρχαιότητα, χρησιμοποιούμενη για την κάλυψη ανοιγμάτων αντί του ευθύγραμμου επιστύλιου. Σημαντική ιδιότητα του τ. είναι η μέσω των αψιδολίθων μεταβίβαση των τάσεων των υπερκείμενων φορτίων προς τα εκατέρωθεν στηρίγματα και η δυνατότητα συνεπώς της κατασκευής πολύ μεγαλύτερων ανοιγμάτων, από όσο με το επιστύλιο. Από τη μυκηναϊκή εποχή (σήραγγες των τειχών της Τίρυνθας) είναι γνωστά τα κατασκευασμένα με το σύστημα της εκφοράς τ., όπου δηλαδή οι αρμοί στήριξης των αψιδολίθων παραμένουν οριζόντιοι, αντίθετα προς τις μεταγενέστερες μορφές τ., όπου οι αρμοί στήριξης συγκλίνουν προς το κέντρο του τόξου. Οι Έλληνες της κλασικής εποχής χρησιμοποίησαν ελάχιστα το ημικυκλικό τ., που χρησιμοποιήθηκε πολύ από τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς. Το οξυκόρυφο ή δίκεντρο τ. χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τη γοτθική αρχιτεκτονική. Το ημικυκλικό και το οξυκόρυφο είναι τα περισσότερο συνεπή, ως μορφές τ., σε σχέση προς τη στατική λειτουργία τους· έδωσαν εξάλλου ιδιάζον ύφος στις αρχιτεκτονικές που τα χρησιμοποίησαν. Τ. κατασκευάστηκαν σε διάφορες μορφές, όπως τα πεταλόμορφα (ισλαμική αρχιτεκτονική), τα τ. Τυδώρ, τα χαμηλωμένα, τα σχήματος λαβής κανίστρου κλπ., και δεν έπαψαν να χρησιμοποιούνται έως και τη νεότερη εποχή. Σήμερα, με το οπλισμένο σκυρόδεμα, κατασκευάζουμε ολόσωμα τ. πολύ μεγάλων ανοιγμάτων γιατί και πάλι, ως στατικοί φορείς, είναι κατά πολύ ευμενέστεροι των ευθύγραμμων οριζόντιων δοκών από το ίδιο υλικό. Θριαμβική αψίδα. Μεγάλες τιμητικές είσοδοι, που στήνονταν κατά την εποχή της Pωμαϊκής αυτοκρατορίας σε δρόμους ή σε σταυροδρόμια για σημαντικές προσωπικότητες, κατά κανόνα αυτοκράτορες. Σώθηκαν πολλά δείγματά τους, μερικά μάλιστα με περίφημες γλυπτές διακοσμήσεις, στην Ιταλία, στη Γαλλία, στην Ισπανία, στη Γερμανία, στην Ελλάδα (Αψίδα του Γαλέριου στη θεσσαλονίκη, Πύλη του Αδριανού στην Αθήνα), στην Αφρική, στη Μικρά Ασία, στη Συρία, στην Παλαιστίνη, στην Αραβία. Στον Μεσαίωνα η ιδέα της θριαμβικής αψίδας έμεινε ζωντανή, αλλά όχι πια σε μεμονωμένα κτίσματα, αλλά στις πύλες εκκλησιών, ανακτόρων ή πόλεων. Στην Αναγέννηση η θριαμβική αψίδα ξαναπήρε τον αναμνηστικό χαρακτήρα της και τότε διαδόθηκε η συνήθεια να στηρίζονται προσωρινές για να τιμηθεί η πανηγυρική είσοδος κάποιου σε μια πόλη. Ο νεοκλασικισμός έδωσε στη θριαμβική αψίδα ιδιαίτερη σημασία από πολεοδομική άποψη, υψώνοντάς την σε μεγάλα σταυροδρόμια ή σε πάρκα ή κάνοντάς την ιδανικό κέντρο μιας πόλης (αψίδες Καρουσέλ και Ετουάλ στο Παρίσι, Βρανδεμβούργου στο Βερολίνο, Χάιντ Παρκ και Ουέλινγκτον στο Λονδίνο, Ειρήνης στο Μιλάνο). Τόξο ή αψίδα. Στο σχέδιο αριστερά, ημικυκλικό τόξο και τα διάφορα στοιχεία του: 1 - κλειδί· 2 - άνοιγμα· 3 - βέλος· 4 - υφαψίδια· 5 αψιδόλιθος· 6 - εξωρράχιο· 7 - εσωρράχιο ή αντυξ. Στα σχέδια δεξιά, διάφοροι τύποι τόξων: Α - πεταλόμορφο· Β - οξυκόρυφο· Γ - κεκαμμένο· Δ - Τυδόρ· Ε - χαμηλωμένο. Η αψίδα του θριάμβου στο Παρίσι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • τόξο — το 1. αρχαίο επιθετικό όπλο που έριχνε βέλη. 2. κάθε τμήμα καμπύλης γραμμής: Τόξο κύκλου. 3. ό,τι έχει σχήμα τόξου: Τόξο αορτικό. – Βολταϊκό τόξο. – Ουράνιο τόξο. 4. αψίδα, καμάρα: Τόξο γέφυρας. 5. δοξάρι για έγχορδα όργανα: Τόξο βιολοντσέλου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αψίδα — Κάθε καμπύλο ή τοξοειδές κατασκεύασμα από πέτρες ή τούβλα. Στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, α. λέγεται η κόγχη των ναών. Η λέξη α. είχε στην αρχαία ελληνική άλλη σημασία και χαρακτήριζε κυρίως το δίχτυ, αλλά και τον βρόχο και τη θηλιά. Η λέξη… …   Dictionary of Greek

  • τόξο — Όπλο που αποτελείται από μια βέργα, στις άκρες της οποίας είναι δεμένη μια χορδή από σχοινί ή νεύρο. Η χορδή τεντώνεται δυνατά και αφήνεται απότομα ελεύθερη την κατάλληλη στιγμή, δίνοντας βίαιη ώθηση στο βέλος, που το κάνει να πετάξει προς τον… …   Dictionary of Greek

  • αψίδα — η τόξο, καμάρα, κάθε καμπύλο και τοξοειδές κατασκεύασμα: Πολλά ρωμαϊκά και βυζαντινά οικοδομήματα έχουν στην πρόσοψη και στο εσωτερικό αψίδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υψάντυξ — υγος, ὁ, ἡ, ΜΑ αυτός που έχει υψηλό τόξο, υψηλή αψίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕψι «ψηλά» + ἄντυξ, υγος «κύκλος, τόξο» (πρβλ. εὐ άντυξ)] …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • Θεσσαλονίκη — I (4ος αι. π.Χ.). Κόρη του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας και της συζύγου του Νικησίπολης, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σύζυγός της υπήρξε ο Κάσσανδρος, από τον οποίο απέκτησε τρεις γιους: τον Φίλιππο, τον Αντίπατρο και τον Αλέξανδρο. Τη σκότωσε ο… …   Dictionary of Greek

  • αρκοσόλιο — (arcosolium). Όρος που προέρχεται από τις λατινικές λέξεις arcus (= αψίδα) και solium (= θρόνος βασιλικός, κρεβάτι και αργότερα σαρκοφάγος). Το α. είναι υπόγειος ιδιωτικός τάφος των πρώτων χριστιανικών χρόνων, που η προέλευσή του ξεκινά από τα… …   Dictionary of Greek

  • Αλγερία — I (Αστρον.).Αστεροειδής που το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,6, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,5. II Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.